Η κοινωνική ανάπτυξη και οι μικτές ηλικίες στη Μοντεσσοριανή Τάξη.

Η κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών ξεκινά από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους και
η μοντεσσοριανή εκπαίδευση προσφέρει ένα περιβάλλον στο οποίο αυτή η διαδικασία
εξελίσσεται φυσικά και ουσιαστικά. Από πολύ νωρίς, τα παιδιά μαθαίνουν δύο θεμελιώδεις
κοινωνικές δεξιότητες: την υπομονή και τον σεβασμό. Το να περιμένει ένα παιδί σιωπηλά
χωρίς να διακόπτει κάποιον που εργάζεται, ακόμη κι όταν θέλει κάτι από το υλικό που
χρησιμοποιεί ο άλλος, είναι μία εμπειρία που το βοηθά να αναπτύξει αυτοέλεγχο,
ενσυναίσθηση και επίγνωση του κοινωνικού συνόλου. Ένα παιδί που μπορεί να περιμένει
τη σειρά του και να συγκεντρώνεται σε αυτό που κάνει, χτίζει στέρεα θεμέλια για την
προσωπική και κοινωνική του ωρίμανση.
‘Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της μοντεσσοριανής τάξης είναι οι μικτές ηλικίες. Παιδιά
3 έως 6 ετών συνυπάρχουν, δημιουργώντας μια μικρή κοινωνία όπου ο καθένας έχει τον
ρόλο του. Τα μεγαλύτερα παιδιά, έχοντας ήδη βιώσει τις δυσκολίες των μικρότερων, συχνά
αναλαμβάνουν ρόλο καθοδηγητή ή «διερμηνέα». Μπορούν να εξηγήσουν μια
δραστηριότητα, να περιγράψουν βήμα-βήμα μια διαδικασία ή ακόμη και να καθησυχάσουν
ένα παιδί που έχει αναστατωθεί. Τα μικρότερα παρατηρούν με προσοχή, ρωτούν και

αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με την βοήθεια όχι μόνο της δασκάλας αλλά και των
μεγαλύτερων παιδιών που είναι πρόθυμα να βοηθήσουν.
Παράλληλα, τα παιδιά που δείχνουν σε άλλους πώς γίνεται μια εργασία ενισχύουν τη
δική τους κατανόηση. Το να εξηγούν κάτι που ήδη γνωρίζουν τα βοηθά να αποκτήσουν
αυτοπεποίθηση και να διαπιστώσουν αν πραγματικά γνωρίζουν αυτό που τους ζήτησαν τα
μικρότερα παιδιά να κάνουν. Έτσι, η μάθηση γίνεται συνεργατική : οι μικροί μαθαίνουν από
τους μεγάλους και οι μεγάλοι ενισχύουν τις ικανότητές τους βοηθώντας τους μικρούς.
Συνεπώς ,το στύψιμο ενός πορτοκαλιού γίνεται μια διαδικασία μάθησης.
Αυτή η δομή δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου δεν αναπτύσσονται αισθήματα
ανταγωνισμού, ζήλιας ή ντροπής. Τα μικρά παιδιά δεν αισθάνονται μειονεκτικά όταν
βλέπουν κάποιο μεγαλύτερο να γνωρίζει περισσότερα· αντίθετα, το θαυμάζουν και το
βλέπουν ως πρότυπο, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή θα βρεθούν κι αυτά στη δική του
θέση. Τα μεγαλύτερα παιδιά, από την άλλη, αισθάνονται περήφανα που μπορούν να
βοηθήσουν και να προσφέρουν. Έτσι διαμορφώνεται μια τάξη όπου επικρατεί
αλληλοσεβασμός, συνεργασία και αίσθηση κοινότητας.
Μέσα από την καθημερινή αλληλεπίδραση, τα παιδιά μαθαίνουν να είναι υπομονετικά,
αυτόνομα, συνεργατικά και συναισθηματικά ώριμα— δεξιότητες που θα τα συνοδεύουν σε
όλη τους τη ζωή.

Σάντυ Φλαμιάτου